Σήμερα, τιμώντας τις ρίζες και την παράδοση θέλω να θίξω το θέμα του ελληνικού γάμου, εννοείται του θρησκευτικού. Και, ναι, θα μοιάζει στα σημεία με την ταινία της Βαρντάλος αλλά λυπάμαι, τα στερεότυπα έχουν λόγο που υπάρχουν. Ας τα βγάλω από μέσα μου λοιπόν. Σκάει μια μέρα προσκλητήριο ότι παντρεύεται η ξαδέρφη σου η Μόσχω απ’ το χωριό.
Τι κι αν έχεις να τη δεις από τα 5 σου? Θα πάς. Και θα σε ντύσει η μάνα σου, ‘’με γραβάτα φυσικά, και να πλυθείς, μη μας κάνεις ρεζίλι, θα είναι εκεί και ο Υπουργός που έφερε πίσω τον αδερφό σου απ’ τον Έβρο’’. Η εκκλησία κλασσικά μυρίζει σα σάπιο μασαντζίδικο στο Χόνγκ Κόνγκ, ο παπάς χοντρός να έχει στάξει 6 τόνους ιδρώτα πάνω στα ευαγγέλια, η μάνα της νύφης κλαίει από χαρά (επιτέλους βρέθηκε ένα καλό παιδί να τη βάλει την κουλούρα, 27 είχε πάει) και η συμπεθέρα από απόγνωση (τον τύλιξε η αμόρφωτη, τον γιόκα μου, να δούμε τι θα τον ταϊζει η παστρικιά). Ευχάριστο διάλειμμα το τουρνουά ‘’πόσα σπυριά ρύζι θα σταθούν στα μαλλιά της μπροστινής θειάς’’ που βρωμοκοπάνε λακ και συνοικιακή κομμώτρια.
Πλάς, θα δεις οποσδήποτε κάθε ανεπιθύμητο ξάδερφο, γιατρό ή δικηγόρο, για να έχει η μάνα σου έρεισμα να σε κράξει στο σπίτι για το πότε θα πάρεις εσύ πτυχίο, ‘’είδες ο Κωστάκης; 4 μεταπτυχιακά στο ΜΙΤ έκανε’’.
Ας περάσουμε όμως στο τραπέζι. Σκηνικό: ταβερνείο που σερβίρει γάτες και έχει απ’ έξω κίονες σε ρυθμό κορινθιακό και ηχηρό όνομα σε φάση ‘’ Αphrodite’s palace’’. Τρώς προπέρσινους κιοφτέδες ακούγοντας ιστορίες από τα παιδικά χρόνια των μπαρμπάδων σου. Πάλι. Πολύ θα θελες να παίξεις bayblade με τα μπάσταρδα στο διπλανό τραπέζι αλλά, ‘’όχι, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, χαμογέλα, μας κοιτάει ο Υπουργός, πού πήγε η γραβάτα σου?’’.
Η Μόσχω κάνει ένα τουρ στον ώμου του συζύγου της για να χαιρετήσει δήθεν, ‘’καλό παιδί ο γαμπρός, αρχιτέκτονας, με σπουδές στα Παρίσια και γραφείο δικό του, δεν πειράζει που την περνάει τη Μόσχω 20 χρόνια, ο έρως χρόνια δεν κοιτά-συνοικέσιο;’’ και άλλες αμελοφιλοσοφίες, βαρέθηκα και με τσιμπάει το πουκάμισο.
Μουσική, αρχικά ατάλαντοι κλαρινιτζήδες παίζουν Χαντζηγιάννη να χορέψει το ζεύγος, με υπόνοια δακρύων χαράς. Έπειτα νησιώτικα, για να χαρούν οι γριές και να επιδείξουν το νέο τους ταγιέρ (‘’το έβαλα και στο γάμο της Κικίτσας πέρσι αλλά δε βαριεσαι, δεν θα το θυμάται κανεις’’).
Στο αυτοκίνητο γυρνώντας η μάνα σου θα θάψει απροκάλυπτα όλο το σόι του πατέρα σου, με βασικό πυρήνα την πεθερά της, ‘’τι βλάχα θεε μου!’’. Θα σκοτωθούν και ο πατέρας σου θα κοιμηθεί στον καναπέ, και η μάνα σου θα κλείσει την όμορφη βραδιά με μια ατάκα συμφιλίωσης τύπου, ‘’ε βέβαια, σόι σου δεν είναι η φοράδα η Μόσχω? Πού αν δεν είχε 5 στρέμματα ελιές σιγά την έπαιρνε ολόκληρος αρχιτέκτων’’.
Βίον ανθόσπαρτον, υδρογονανθρακας.
Τι κι αν έχεις να τη δεις από τα 5 σου? Θα πάς. Και θα σε ντύσει η μάνα σου, ‘’με γραβάτα φυσικά, και να πλυθείς, μη μας κάνεις ρεζίλι, θα είναι εκεί και ο Υπουργός που έφερε πίσω τον αδερφό σου απ’ τον Έβρο’’. Η εκκλησία κλασσικά μυρίζει σα σάπιο μασαντζίδικο στο Χόνγκ Κόνγκ, ο παπάς χοντρός να έχει στάξει 6 τόνους ιδρώτα πάνω στα ευαγγέλια, η μάνα της νύφης κλαίει από χαρά (επιτέλους βρέθηκε ένα καλό παιδί να τη βάλει την κουλούρα, 27 είχε πάει) και η συμπεθέρα από απόγνωση (τον τύλιξε η αμόρφωτη, τον γιόκα μου, να δούμε τι θα τον ταϊζει η παστρικιά). Ευχάριστο διάλειμμα το τουρνουά ‘’πόσα σπυριά ρύζι θα σταθούν στα μαλλιά της μπροστινής θειάς’’ που βρωμοκοπάνε λακ και συνοικιακή κομμώτρια.
Πλάς, θα δεις οποσδήποτε κάθε ανεπιθύμητο ξάδερφο, γιατρό ή δικηγόρο, για να έχει η μάνα σου έρεισμα να σε κράξει στο σπίτι για το πότε θα πάρεις εσύ πτυχίο, ‘’είδες ο Κωστάκης; 4 μεταπτυχιακά στο ΜΙΤ έκανε’’.
Ας περάσουμε όμως στο τραπέζι. Σκηνικό: ταβερνείο που σερβίρει γάτες και έχει απ’ έξω κίονες σε ρυθμό κορινθιακό και ηχηρό όνομα σε φάση ‘’ Αphrodite’s palace’’. Τρώς προπέρσινους κιοφτέδες ακούγοντας ιστορίες από τα παιδικά χρόνια των μπαρμπάδων σου. Πάλι. Πολύ θα θελες να παίξεις bayblade με τα μπάσταρδα στο διπλανό τραπέζι αλλά, ‘’όχι, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, χαμογέλα, μας κοιτάει ο Υπουργός, πού πήγε η γραβάτα σου?’’.
Η Μόσχω κάνει ένα τουρ στον ώμου του συζύγου της για να χαιρετήσει δήθεν, ‘’καλό παιδί ο γαμπρός, αρχιτέκτονας, με σπουδές στα Παρίσια και γραφείο δικό του, δεν πειράζει που την περνάει τη Μόσχω 20 χρόνια, ο έρως χρόνια δεν κοιτά-συνοικέσιο;’’ και άλλες αμελοφιλοσοφίες, βαρέθηκα και με τσιμπάει το πουκάμισο.
Μουσική, αρχικά ατάλαντοι κλαρινιτζήδες παίζουν Χαντζηγιάννη να χορέψει το ζεύγος, με υπόνοια δακρύων χαράς. Έπειτα νησιώτικα, για να χαρούν οι γριές και να επιδείξουν το νέο τους ταγιέρ (‘’το έβαλα και στο γάμο της Κικίτσας πέρσι αλλά δε βαριεσαι, δεν θα το θυμάται κανεις’’).
Στο αυτοκίνητο γυρνώντας η μάνα σου θα θάψει απροκάλυπτα όλο το σόι του πατέρα σου, με βασικό πυρήνα την πεθερά της, ‘’τι βλάχα θεε μου!’’. Θα σκοτωθούν και ο πατέρας σου θα κοιμηθεί στον καναπέ, και η μάνα σου θα κλείσει την όμορφη βραδιά με μια ατάκα συμφιλίωσης τύπου, ‘’ε βέβαια, σόι σου δεν είναι η φοράδα η Μόσχω? Πού αν δεν είχε 5 στρέμματα ελιές σιγά την έπαιρνε ολόκληρος αρχιτέκτων’’.
Βίον ανθόσπαρτον, υδρογονανθρακας.
No comments:
Post a Comment