Θέμα καυτό και διαχρονικό, θέμα που κουκουλώνεις στα έγκατα της υπόφυσης σου και κάνεις πως το ξεχνάς. Και ας ανακαλείς στη μνήμη σου όταν πατήσεις τα 30 τα ξέπλεκα ξανθά μαλλιά της Αννούλας από το Γ2.
Λυκειακές καψούρες. Ξύπνημα ορμονών. Και δεν είναι σαν τη γυμνασιακή καψούρα, που ανυπομονείς να γυρίσεις σπίτι και να τραβήξεις μαλακία με τα βυζιά της απουσιολόγου. Όχι, είναι βαθύτερο, είναι σκοτεινό. Είναι η εποχή που αποφασίζεις να αρχίσεις να κάνεις μπάνιο και να σιδερώνεις τα ρούχα πριν πας σχολείο μήπως γυρίσει να σε κοιτάξει, μήπως σε προσέξει όταν ρωτήσεις ποιες ασκήσεις είχαμε στην άλγεβρα. Ξουρίζεσαι, κτενίζεσαι, βάνεις και κολόνια old spice του μπαμπά σου, γιατί δική σου δεν είχες, τα αρώματα, έλεγες, είναι για τις πουστράντζες.
Ανακαλύπτεις ότι οι άντρες κλαίνε. Πονάς , χύνεις μύξες και ιδρώτα. ‘’Τι έχεις παιδάκι μου και κλειδώνεσαι εκεί μέσα με τις ώρες; -τίποτα ρε μάνα παράτα με κι εσύ’’. Απαρνιέσαι τους megadeath για το ‘’Σ’αγαπώ’’ του Χατζηγιάννη ή το ‘’Φεγγάρι’’ του Τερζή, εξαρτάται το πόσο σκληροπυρηνικός είσαι. Ξενυχτάς, αρρωσταίνεις και χάνεις τα κιλά που πήρες τρώγοντας βρώμικο μετά τη γυμναστική, για να αρέσεις.
Στον ύπνο σου σε βασανίζει, αλλά δε θες να τη σκέφτεσαι να πηδιέται. Όχι, είναι είδωλο, είναι ιδέα. Πίνεις μόνος σου και οι φίλοι σου σε βρίζουν. Έγινες, λέει, φλορούμπα, πώς σε κατάντησε έτσι μια γκόμενα, να σε σέρνει με το μιμί της. Δε θα σου κάτσει ποτέ, τα χει με φαντάρο, εξωσχολικό, που αν τον έβλεπες τον πούστη, θα τον σάπιζες.
Τι να σαπίσεις ρε μαλάκα που ούτε γένια δεν έχεις ακόμα, σου είπε ο Μίμης προχτές, και πλάνταξες, και άκουσες κρυφά όλο το σιντί της Αλεξίου. Γράφεις ποιήματα, αμέ, της τα δείχνεις κιόλας, ‘’-τι είναι αυτά; -Α τίποτα, κάτι στιχάκια’’. Και τα μαλλιά της μυρίζεις, και έξω από το σπίτι της περιμένεις να τη γυρίσει ο φαντάρος να δεις αν είναι καλά, και την κερνάς και τοστ στο κυλικείο. Γενικά βρε αδερφέ, πέφτεις χαμηλά, στη γή, στο υπέδαφος, γλύφεις το μάγμα, να περάσει από πάνω σου να σε πατήσει με το τακούνι που έβαλε πέρσι στην παρέλαση, καύλα ήταν, είπε ο Μίμης, και εσύ δαγκώθηκες να μην του χιμήξεις.
Σε κανα χρόνο το ξεπερνάς. Αυτό ήταν. Τέλος ιστορίας. Τη θυμάσαι μόνο όταν ψαχουλεύεις φωτογραφίες από την 5ήμερη. Είσαι αλλού, προχωράς. Ώσπου μια μέρα τη βλέπεις να περιμένει λεωφορείο στην Πατησίων, στο άλλο ρεύμα. Τρέχεις, περνάς απέναντι, παραλίγο να σε πατήσει το Α8, φωνάζεις ‘’Αννούλα’’…και γυρνάει. Πάλι μπέδρεψες κάποια άγνωστη με την Αννούλα σου.
No comments:
Post a Comment