Saturday, 13 October 2012

Εγώ Καμάρα κι εσύ Πολυτεχνείο

Όχι, δεν έχω κάτι με τους πολυτεχνίτες.

Η αλήθεια είναι ότι σαν ομάδα φοιτητών τους σέβομαι a priori, όπως σέβονται οι γριές τον παπά της ενορίας, καθώς πάντα πίστευα ότι είναι πιο έξυπνοι από μένα. Anyway, το μίσος και το μένος μου απέναντι σ’ αυτή την φοιτητική κάστα συνίσταται στο ότι τα μέλη της κατοικούν στον δικό τους πλανήτη, τον οποίο κατάφεραν λίγοι να προσεγγίσουν, και όσοι το έκαναν δεν επέστρεψαν ποτέ.

Μέτριο ανάστημα, μουσάκια, βερμούδα όλο το χρόνο, πόλο μπλουζάκια και γυαλιά. Λάπτοπ απαραιτήτως, ίσως και κάποια i-paparia την οποία ισχυρίζονται ότι ξέρουν να κουμαντάρουν. Επικοινωνούν με κώδικες, κρύα «θετικά» αστειάκια του τύπου «τι είπε το μήλο στο Νεύτωνα?» και προσφάτως καμμένες ατάκες του Δρ. Σέλντον Κούπερ-πλασαρισμένες με το ύφος του επαϊοντος ότι δήθεν εμείς την καταλάβαμε ενώ εσείς οι θνητοί όχι. Κατεβαίνουν στη σχολή με αυτοκίνητο γιατί είναι κούλ και έχουν να παρκάρουν. Ουσιαστικά ελπίζουν να εντυπωσιάσουν κανα ψάρι της Φιλοσοφικής με το φιατάκι του παππού τους αλλά φευ.

Το φαιδρό της υπόθεσης ξεκινά όταν παλεύουν να είναι φυσιλογικοί, πόσο μάλλον να βρούνε και γκόμενα. Δεν είναι κακοί, ούτε απαραίτητα άσχημοι. Απλά η ρετσινιά του ότι οι σκληροπυρηνικοί πολυτεχνίτες είναι μπακούρια και παρθένοι μέχρι τα 30, ρέει στο DNA τους ως ανασταλτικός παράγων.

Στο κλάμπ με άπειρη αυτοπεποίθηση κοιτούν τα γκομενάκια. Τα ωραία γκομενάκια. Μόνο αυτά. Τα πλησιάζουν με το ποτό στο χέρι. Με ύφος 100 Καρδιναλίων στήνονται δίπλα τους και χορεύουν. Που δεν χορεύουν, κάνουν σπασμωδικές κινήσεις σα γάτα που μόλις κατάπιε μαγνήτη. <Κούκλα, ποιο είναι το συνημίτονό σου; Πρέπει να είναι 2π, γιατί είσαι το νούμερο ένα>.

Λυπάμαι.

Thursday, 4 October 2012

Eλεύθερος?



Βλέπεις: τριχωτό χέρι, μακρύ νυχάκι στο μικρό δάχτυλο και χρυσό δαχτυλίδι προαιρετικά. Στον καθρέφτη κρεμασμένες εικόνες όλων των Αγίων και ολόκληρη η επίχρυση Παναγία Σουμελά.

Ακούς: είτε Ντέρτι FM, είτε Τράγκα, εξαρτάται ποια ώρα της ημέρας είναι. Και βρισιές που απευθύνονται στα θεία (πόσο οξύμωρο; Βλ. εικόνες).

Μυρίζεις: Βαριά σέρτικα τσιγάρα που σε μαστουρώνουν, σε μια μοναδική πανδαισία με ιδρώτα σάπιου εξηντάρη.

Φυσικά όποιος Έλληνας σέβεται τον εαυτό του έχει αντιληφθεί πως το παραπάνω σεξουλιάρικο, αισθησιακό και φιλόξενο περιβάλλον είναι εκείνο του ταξί. Πάντα πίστευα ότι οι ταρίφες έχουν μεταξύ τους έναν μυστικό bro-code της υποχθόνιας αδελφότητας τους, ώστε να μπορείς να τους ξεχωρίζεις μέσα στα πλήθη. Έχουν την αύρα.

Αν ποτέ τους πιάσεις την κουβέντα η συζήτηση με μαθηματική ακρίβεια θα περιστραφεί γύρω από

1)Πόσο μαλακισμένα οδηγούν όλοι οι άλλοι, ανεξάρτητα που το 99% των ταξιτζήδων οδηγούν χειρότερα από λυσσασμένους χιμπατζήδες.

2)Δ.Ν.Τ. και οικονομικά-πολιτικά τεκταινόμενα, για τα οποία δεν έχουν σαφή άποψη αλλά οι παπαρολογίες τους είναι by default σωστές γιατί «εγώ ψήθηκα στο σχολείο της πιάτσας».

3)Τα 20άρια του λυκείου και το ότι ήταν σημαιοφόροι αλλά «δε γούσταρα να σπουδάσωνα ούμε».

Σε προσφωνεί πάντα ‘’φίλε’’ ή ‘’φίλε μου’’ ενώ το νυχάκι παραμονεύει σαν αρπακτικό να τσιμπήσει τα λιγοστά ψιλά που προσφέρεις με φόβο μη σου κόψει ο ταρίφα-man το χέρι.

Αυτά. Υδρογ.

(Μe)τρό

Κινούμεθα με τα μέσα. Διότι είναι ταυτοχρόνως οικονομικά αλλά και οικολογικά (φακ γιες μαδερ -ερθ)

 Η αλήθεια είναι ότι κάπου ανάμεσα στην επιβίβαση και την αποβίβαση καταλήγω να ψυχολογώ τα ενδότερα του είναι μου. Τριάνταφεύγα λεπτά διαδρομή αρκούν για να κατατμήσω την κοινωνικο-πολιτισμική μου ψυχοσύνθεση, που σκοπεύω να αναλύσω, θυσιάζοντας τον εαυτό μου στον βωμό του αυτοσαρκασμού.

Μπαίνω λοιπόν στον ηλεκτρικό, και πρώτη κίνηση είναι να ξεμπλέξω ευλαβικά τα ακουστικα του εμ-πι-3. Τα στουμπώνω στα αυτιά μου και πατάω πλεϊ αναμένοντας την μουσική. Και εδώ θα ομολογήσω κάτι. Έχω μία σχεδόν παθολογική ανάγκη να βάζω την ένταση της μουσικής μου στο μέγιστο δυνατό. Δεν το κάνω γιατί θέλω να μοιραστώ την χαρά της μουσικής μου με τους συνεπιβάτες μου, ούτε για να απολαύσω το πλήρες μπάσο. Όχι! Αυτό που πραγματικά ποθεί το σαδιστικό μου "εγώ" είναι να δείξω στους φέλοου τράβελερς πόσο χαρντκορίλα είμαι. Φαντασιώνομαι την γιαγιά απέναντι να απορεί με τον "Θόρυβο" που ακούω ενώ πιστεύω ότι θα βιώσω πνευματική ολοκλήρωση αν κάποιος νεολαίος (σαν και μένα) κάνει κομεντ για το πόσο ψαγμένη μουσική ακούω. Αν δω ότι το κοινό μου δεν συγκινείται καταφεύγω σε ένα μικρό αλλά αισθητό χεντ-μπανγκίδι. Αν μπαϊ δε γουεϊ πετύχω τραγούδι ντροπιαστικό όπως σκυλάδικο ή μινάζογλου, σπεύθω με τρεμάμενα χέρια να αλλάξω το κομμάτι. Μην γίνουμε και ρεζίλι. Τώρα πραγματικά δίνω σόου απολαμβάνοντας τις αδιάφορες ματιές των άλλων.

Και μιλώντας για ματιές, θα τσοντάρω στο θέμα του ψυχολογικού πολέμου που συμβαίνει ουκ ολίγες φορές στο τρένο. Σε έναν χώρο αμήχανης ημι-σιωπής, τα μάτια πάνε και έρχονται. Κοιτάω τους γύρω με μηχανική κριτικότητα, περνώντας την ώρα τσεκάρωντας τα μπουμπιζ της απέναντι τσούπρας, τους τίτλους της εφημερίδας που διαβάζει ο δίπλα και τα σκισμένα παπούτσια του μπροστινού μου. Το παιχνίδι όμως έχει οριστικά χαθεί όταν θα γίνει οπτική επαφή με κάποιον για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μιλλισεκόντ. Πλέον ξεκινάει φουλ-ον πόλεμος. Το κακό είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες και κριτίρια νίκης, οπότε ο αντίπαλος μου και εγώ καταλήγουμε σε έναν φαύλο κύκλο δίχως τελειωμό, με συνεχείς ανταλλαγές κλεφτών και (ΠΑΝΤΑ) ταυτόχρονων ματιών ενώ και οι δύο προσπαθούμε να "κρυφτούμε" με ξυσίματα μύτης και σπασμωδικές κινήσεις.

Τη σιωπή του ψιονικού πολέμου θα την σπάσει κάποιος ζητιανάκος ορ σαμθινγκ. Εννοείται δεν δίνω ποτέ χαρτζηλίκι διότι το Σλαμντογκ Μιλλιοναιρ μου έμαθε ότι έτσι δυσχαιραίνω το φαινόμενο, υποστηρίζοντας έμμεσα τους εγκληματικούς μεγιστάνες που ελέγχουν τους ζητιάνους. Χτυπάω την παρανομία στο κέντρο της. Μα τι φιλόδωρος που είμαι... Δεν πα να κουβαλάς μαζί σου παιδιά, σκυλιά, χέρια πόδια, λεφτά δεν παίρνεις. Αϊ αμ γκιβινγκ γιου ταφ λαβ. Για το καλό σου. Νομίζω.
..
....
πωωωω...
 Τύψεις.
 Λε φου.

Νεόραιβος