Η αλήθεια είναι ότι κάπου ανάμεσα στην επιβίβαση και την αποβίβαση καταλήγω να ψυχολογώ τα ενδότερα του είναι μου. Τριάνταφεύγα λεπτά διαδρομή αρκούν για να κατατμήσω την κοινωνικο-πολιτισμική μου ψυχοσύνθεση, που σκοπεύω να αναλύσω, θυσιάζοντας τον εαυτό μου στον βωμό του αυτοσαρκασμού.
Μπαίνω λοιπόν στον ηλεκτρικό, και πρώτη κίνηση είναι να ξεμπλέξω ευλαβικά τα ακουστικα του εμ-πι-3. Τα στουμπώνω στα αυτιά μου και πατάω πλεϊ αναμένοντας την μουσική. Και εδώ θα ομολογήσω κάτι. Έχω μία σχεδόν παθολογική ανάγκη να βάζω την ένταση της μουσικής μου στο μέγιστο δυνατό. Δεν το κάνω γιατί θέλω να μοιραστώ την χαρά της μουσικής μου με τους συνεπιβάτες μου, ούτε για να απολαύσω το πλήρες μπάσο. Όχι! Αυτό που πραγματικά ποθεί το σαδιστικό μου "εγώ" είναι να δείξω στους φέλοου τράβελερς πόσο χαρντκορίλα είμαι. Φαντασιώνομαι την γιαγιά απέναντι να απορεί με τον "Θόρυβο" που ακούω ενώ πιστεύω ότι θα βιώσω πνευματική ολοκλήρωση αν κάποιος νεολαίος (σαν και μένα) κάνει κομεντ για το πόσο ψαγμένη μουσική ακούω. Αν δω ότι το κοινό μου δεν συγκινείται καταφεύγω σε ένα μικρό αλλά αισθητό χεντ-μπανγκίδι. Αν μπαϊ δε γουεϊ πετύχω τραγούδι ντροπιαστικό όπως σκυλάδικο ή μινάζογλου, σπεύθω με τρεμάμενα χέρια να αλλάξω το κομμάτι. Μην γίνουμε και ρεζίλι. Τώρα πραγματικά δίνω σόου απολαμβάνοντας τις αδιάφορες ματιές των άλλων.
Και μιλώντας για ματιές, θα τσοντάρω στο θέμα του ψυχολογικού πολέμου που συμβαίνει ουκ ολίγες φορές στο τρένο. Σε έναν χώρο αμήχανης ημι-σιωπής, τα μάτια πάνε και έρχονται. Κοιτάω τους γύρω με μηχανική κριτικότητα, περνώντας την ώρα τσεκάρωντας τα μπουμπιζ της απέναντι τσούπρας, τους τίτλους της εφημερίδας που διαβάζει ο δίπλα και τα σκισμένα παπούτσια του μπροστινού μου. Το παιχνίδι όμως έχει οριστικά χαθεί όταν θα γίνει οπτική επαφή με κάποιον για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μιλλισεκόντ. Πλέον ξεκινάει φουλ-ον πόλεμος. Το κακό είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες και κριτίρια νίκης, οπότε ο αντίπαλος μου και εγώ καταλήγουμε σε έναν φαύλο κύκλο δίχως τελειωμό, με συνεχείς ανταλλαγές κλεφτών και (ΠΑΝΤΑ) ταυτόχρονων ματιών ενώ και οι δύο προσπαθούμε να "κρυφτούμε" με ξυσίματα μύτης και σπασμωδικές κινήσεις.
Τη σιωπή του ψιονικού πολέμου θα την σπάσει κάποιος ζητιανάκος ορ σαμθινγκ. Εννοείται δεν δίνω ποτέ χαρτζηλίκι διότι το Σλαμντογκ Μιλλιοναιρ μου έμαθε ότι έτσι δυσχαιραίνω το φαινόμενο, υποστηρίζοντας έμμεσα τους εγκληματικούς μεγιστάνες που ελέγχουν τους ζητιάνους. Χτυπάω την παρανομία στο κέντρο της. Μα τι φιλόδωρος που είμαι... Δεν πα να κουβαλάς μαζί σου παιδιά, σκυλιά, χέρια πόδια, λεφτά δεν παίρνεις. Αϊ αμ γκιβινγκ γιου ταφ λαβ. Για το καλό σου. Νομίζω.
..
....
πωωωω...
Τύψεις.
Λε φου.
Νεόραιβος
No comments:
Post a Comment