Wednesday, 19 September 2012

Στο Αεροπλανοδρόμιο

Έχω περάσει ουκ ολίγες ώρες της μέχρι τώρα ζωής μου σε αεροπλάνα. Η τελευταία (χτες) ήταν όμως ειδική περίπτωση. Το πρόγραμμα πτήσης ήταν να πάω από Αθήνα Βρυξέλλες μέσω Κέρκυρας. Τελικά όμως κατέληξα Αθενς-Κορφου-Αθενς-Ρώμη-Μόρντορ-Μρασσελς.

Αν και μακροσκελές, το ταξίδι αποτέλεσε θησαυρό! (γουαου θαυμαστικό!) Ως μπλαζέ και κιτς "κωμικός" (εδώ γελάμε) έχω ανάγκη για κλισέ, όπως η Κέ$α έχει ανάγκη το αουτοτουν. Πέντε πτήσεις έθρεψαν το συγγραφικό μου ταλέντο, εμπνέοντας με σαν ομηρικές μούσες. (ριπριζεντ γιο!) Θα βάλω και γω το ληθαράκι μου λοιπόν στο χιλιοσατιρισμένο σκηνικό του αεροπλάνου.

Ίσως η πιο επίπονη εμπειρία του Ελ. Βενιζέλου (μετά την συντριβή αεροπλάνου εννοείται) είναι η αναμονή στα μηχανήματα σελφ τσεκ-ιν. Υποτείθεται τα έβαλαν για να επιταχύνουν την διαδικασία επιβίβασης. Τεστικλς! Όταν βάζεις μία γριά μπροστά σε επιφάνεια αφής μην περιμένεις πολλά πολλά ειδικά όταν το πιο κοντινό που έχουν δει σε πληκτρολόγιο qwerty είναι ο δίσκος της φαιστού σε γραμμική Β. (τρολολολ)

Κάνεις τσεκ-ιν, περνάς αφορολόγητα (φτηνό αλκοόλ φακ γες!), περιμένεις μία αιωνιώτητα στο γουεϊτινγκ ρουμ, προσπαθείς να καταλάβεις από που ξέρεις τον απέναντι, ξεκινάει η επιβίβαση (για κάποιους ξεκίνησε πριν μία ώρα και γι'αυτό περιμένουν ορθοστασίδι), μπαίνεις μέσα και κάθεσαι.

Στην πρώτη πτήση έκατσα θέση 3Β, ακριβώς πίσω από τους Βι Αϊ Πι.  Η ζήλεια πάντα οργιάζει σε τέτοιες περιπτώσεις. Θέλω και γω να πίνω την πορτοκαλάδα μου σε γυάλινο ποτήρι αντί του πλαστικού γαμώτη! Γιατί να μην είμαι πλούσιος; Ειδικά όταν η πτήση διαρκεί περίπου μία ώρα, γιατί να μην μπορώ να πληρώνω ένα κατοστάρικο παραπάνω για φουλ άνεση? Άσε που έχουν κουρτινούλες για να μην τους ενοχλούμε με τα πέσαντ βλέμματά μας. Είμαι απλά τζέλους.

Και επιτέλους αποφάσισα να μπω στο επίμαχο ζήτημα: τους κλασικούς επιβάτες ενός ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ αεροπλάνου. Δεν πα να πετάς και με πολεμικό αεροσκάφος για Ιρακ ( έχουν ακόμα πόλεμο εκεί ε;), πάλι τους ίδιους τύπους επιβατών θα πετύχεις. Για να γίνει λίγο πιο εύπεπτο το μπλόγκ, τους αναφέρω με μπούλετ ποϊντς γιατί ξέρω ότι το κοινό μου δεν τα πιάνει γρήγορα. Ναι, σε σένα αναφέρομαι φίλε αναγνώστη. 

  •  Μωρά: Δυστυχώς δεν αναφέρομαι σε χοτ μπεϊμπς αλλά σε νεογνά. 
  • Ο Μύξας, ιδρωτίλας, ασθματικός: Φαν φακτ, o ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να παράγει περίπου 185 κυβικά μέτρα βλέννας. Αν δεν με πιστεύεις παρατήρησε τον μύξα, ιδρωτίλα, ασθματικό δίπλα σου στο αεροπλάνο νεξτ ταϊμ.
  • Ο\Η Φάμπιουλους:  Συνήθως γκεϊ, ο φαμπιουλους νομίζει ότι πετάει σε γραμμή Παρίσι - Νέα Υόρκη οπότε φροντίζει να ντύνεται, να αρωματίζεται και να στολίζεται λες και πάει σε βασιλικό σουαρέ. Εδώ ανήκουν και οι γριές που ντύνονται με το συνολάκι της εκκλησίας, αλλά πλέον είναι είδος ύπο εξαφάνιση καθώς σπάνια καταφέρνουν να περάσουν από το σελφ τσεκ-ιν.
  • Ο Μιστερ Πρέσιντεντ: Ο ενοχλητικός αυνάνας που θα σταθεί μπροστά σε ότι και αν συμβεί. Γεννημένος ηγέτης, και πιθανότατα ζυγός. (Σας ξέρουμε εσάς και την φάρα σας. Αλλά δεν θα'ρθει ο ανάδρομος Ερμής; Εκεί θα δείτε.) Αν αργήσει το αεροπλάνο, αυτός θα κάνει παράπονα με λεγάμενα του στυλ "Κόψτε το σβέρκο σας". Αν το φαΐ είναι "τζι τι πι" που λέμε και μεις οι νεολαίοι, αυτός θα τσακωθεί με το κάμπιν κρου, καθώς ως γνωστόν, αυτοί φταίνε για ΟΛΑ!
  • Ο επαναληπτικός μπλα-μπλας: Αν κάτσεις δίπλα του, συλλυπητήρια. Είναι ο τύπος που θα ξεκινήσει να μιλάει στην Ταϊλάνδη και θα σταματήσει στον Καναδά. Ο μονόλογος θα είναι πιο μονότονος και από χιόνια στο ραδιόφωνο, ενώ στην σπάνια περίπτωση που θα απευθύνει ερώτηση θα απαντήσεις μονολεκτικά με τον φόβο ότι θα προκαλέσεις νέα χιονοστοιβάδα-λογοδιάρροιας.
  • Ο κουρασμένος: Ίσως η καλύτερη περίπτωση καθώς δεν ενοχλεί σε τίποτα. Το μόνο αρνητικό είναι η αμηχανία που προκύπτει όταν πρέπει να τον ξυπνήσεις γιατί η συνοδός θέλει να σηκώσει το τραπεζάκι.
  • Ο Αλλαχαμρακανταζ: αλλαχμρακανταζ, ντεθ του αμερικα. ΜΠΟΥΜ.
  • Too soon?
Καλά ταξίδια,
Νεόραιβος.

Monday, 17 September 2012

Λόγω Εξεταστικής.

Η ζωή μας μοιάζει με την εξεταστική. Οι άνθρωποι γύρω μας είναι μαθήματα. Καθένας μας διδάσκει κάτι. Ακούμε πολλά, κρατάμε όσα μας αρέσουν. Συνήθως πετάμε τα κουραστικά και τα δυσάρεστα. Κάποια μαθήματα τα χειριζόμαστε με επιτυχία και μας δίνουν πολλά, τα θυμόμαστε σαν ένα καλό κεφάλαιο, ένα 8άρι, ας πούμε.
Άλλα πάλι μας βασανίζουν καιρό. Τα κουβαλάμε στο μυαλό μας ανά τα εξάμηνα. Μας πονάνε το κεφάλι, μας μπερδεύουν και τα σκεφτόμαστε συνέχεια, μα δεν βρίσκουμε ποτέ θάρρος και κουράγιο να τα διαβάσουμε, να τα βάλουμε, ρε παιδί μου, σε μια τάξη.
Υπάρχουν και άλλα που κοβόμαστε με την πρώτη και τα εγκαταλείπουμε για πάντα. Μέσα από τα μαθήματα μας γεννώνται προσδοκίες μα πολλές φορές μας εκπλήσσουν, είτε με την αρνητική είτε με τη θετική τους έκβαση.
Ναι, μ’ αρέσει πολύ αυτή η παρομοίωση. Νομίζω κάπως έτσι θα είναι τα φοιτητικά χρόνια που με περιμένουν.
Καλό πτυχίο, Υδρογ.

Thursday, 13 September 2012

Γκουντ Ναϊτ

Κάθεσαι λοιπόν στο πισι τρεις τα ξημερώματα και λιώνεις. Έχεις βαρεθεί να παίζεις DMC, τα βλογκ τα έχεις μάθει όλα απ’έξω (από Ναϊτπαουερ μέχρι Κρις Κροκερς) και ρε παιδί μου πόσο λάστιχο να την κάνες πια. Εννοείται πως είσαι τόσο κουρασμένος που ακόμα και αν έμπαινε στο δωμάτιο η Μέγκαν Φοξ και σου ζήταγε σεχ θα έτρωγε χι (μα πόσο λάστιχο να αντέξεις;). Και αποφασίζεις πως είναι ώρα να την ξαπλάρεις, δίνοντας τον εαυτό σου στις αγκάλες του Μορφέα.

Και γουστάρεις άπειρα! Λες θα ξαπλώσω και θα κοιμηθώ αμέσως. Αμ δε... Αρχικά σηκώνεσαι να πλύνεις δόντια (έχουμε και ένα λεβελ οφ χαϊτζιν). Κάνεις αρκετή φασαρία ώστε να ξυπνήσεις έναν ναρκοληπτικό βραδύπου στην Βενεζουέλα. Μετά το αιματηρό βούρτσισμα (ο ντοκτορ λέει ότι κάνει καλό) αποφασίζεις ότι διψάς. Και τι κάνεις ο μαλάκας; Πίνεις αρκετό νερό ώστε να κατέβει αισθητά η στάθμη του Μαραθώνα.

Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την νυχτερινή σου ιεροτελεστία αποφασίζεις να ξαπλώσεις και το κάνεις θριαμβευτικά! Κάτω το σκέπασμα που βάζει η μάνα σου για να προστατεύονται τα σεντόνια! (νομίζω αξιοπρόσεκτο ταμπου στον άνθρωπο αυτό του σεντονιού) Κάτω και το μπλουζάκι που θα έβαζες σήμερα στον καφέ αλλά αποφάσισες να μην φορέσεις γιατί δεν σου κάνει πια, παρατώντας το στο κρεβάτι! Και εκεί που κλείνεις τα μάτια σου ιν έκστασυ όλα στραβώνουν.

Αρχικά σου πέφτει το κινητό όταν πας να τσεκάρεις την ώρα (ότι βραδύποδες είχαν μείνει ξυπνήσανε και αυτοί). Έπειτα, ως λογικό συνεπακόλουθο της κατανάλωσης δύο τόνων Η2Ο, το στομάχι ανεβαίνει στο στόμα και καταλήγεις να ρέβεσαι ρισκάροντας έναν μινουσκουλ ενδοστοματικό εμμετούλη. Η θερμοκρασία εντωμεταξύ κυμαίνεται μεταξύ μείον πέντε και συν εκατόν εξηνταδύο βαθμούς. Σκεπάζεσαι: σκας, ξεσκεπάζεσαι: παθαίνεις υποθερμικό σοκ. Και λες: «Θα περάσει και η βαρυστομαχιά, θα συνηθίσω και το τροπικό κωλοκλίμα και μια χαρά θα κοιμηθώ».

Μάλλον ινπρομπαμπλ διότι ως γνωστόν μετά τις δυόμισι το αυτί σου μετατρέπεται σε ρανταρ από το SETI και ακούς το παραμικρό σε φουλ εϊτσ-ντι. Το πισι που κατεβάζει ταινιούλα για αύριο, την βρύση μέσα που στάζει και την Μέγκαν Φοξ που μετά την απόρριψη σου πήγε στον από πάνω για σεχ και αυτός ενέδωσε.

Και μετά έρχεται η κριτική στιγμή που σε καταδικάζει. Θυμάσαι εκείνο το creepypasta που είχες διαβάσει (λουκ ιτ απ... βασικά άστο καλύτερα) και αρχίζεις να κλάνεις κατσικόμαλο. Κάθε ήχος προαναγγέλει τον θανατό σου ενώ εάν ομηγένοιτο πέσει καμιά αφίσα απαγγέλεις πενήντα έξι πατερημά σε φάση τζιζους κραϊστ κομπελς γιου! Τι να κάνεις, ανοίγεις το λαμπατέρ, κοιτάς γύρω γύρω σαν τη παπαρήγα κουκουβάγια κανά μισάωρο ώσπου σε παίρνει ο ύπνος σε αντβανστ στάση γιογκα ύπο φως είκοσι βατ.

Σγουιτ ντριμς χανεϊ

Νεόραιβος.

Wednesday, 12 September 2012

Αννούλα



Θέμα καυτό και διαχρονικό, θέμα που κουκουλώνεις στα έγκατα της υπόφυσης σου και κάνεις πως το ξεχνάς. Και ας ανακαλείς στη μνήμη σου όταν πατήσεις τα 30 τα ξέπλεκα ξανθά μαλλιά της Αννούλας από το Γ2.

Λυκειακές καψούρες. Ξύπνημα ορμονών. Και δεν είναι σαν τη γυμνασιακή καψούρα, που ανυπομονείς να γυρίσεις σπίτι και να τραβήξεις μαλακία με τα βυζιά της απουσιολόγου. Όχι, είναι βαθύτερο, είναι σκοτεινό. Είναι η εποχή που αποφασίζεις να αρχίσεις να κάνεις μπάνιο και να σιδερώνεις τα ρούχα πριν πας σχολείο μήπως γυρίσει να σε κοιτάξει, μήπως σε προσέξει όταν ρωτήσεις ποιες ασκήσεις είχαμε στην άλγεβρα. Ξουρίζεσαι, κτενίζεσαι, βάνεις και κολόνια old spice του μπαμπά σου, γιατί δική σου δεν είχες, τα αρώματα, έλεγες, είναι για τις πουστράντζες.

Ανακαλύπτεις ότι οι άντρες κλαίνε. Πονάς , χύνεις μύξες και ιδρώτα. ‘’Τι έχεις παιδάκι μου και κλειδώνεσαι εκεί μέσα με τις ώρες; -τίποτα ρε μάνα παράτα με κι εσύ’’. Απαρνιέσαι τους megadeath για το ‘’Σ’αγαπώ’’ του Χατζηγιάννη ή το ‘’Φεγγάρι’’ του Τερζή, εξαρτάται το πόσο σκληροπυρηνικός είσαι. Ξενυχτάς, αρρωσταίνεις και χάνεις τα κιλά που πήρες τρώγοντας βρώμικο μετά τη γυμναστική, για να αρέσεις.

Στον ύπνο σου σε βασανίζει, αλλά δε θες να τη σκέφτεσαι να πηδιέται. Όχι, είναι είδωλο, είναι ιδέα. Πίνεις μόνος σου και οι φίλοι σου σε βρίζουν. Έγινες, λέει, φλορούμπα, πώς σε κατάντησε έτσι μια γκόμενα, να σε σέρνει με το μιμί της. Δε θα σου κάτσει ποτέ, τα χει με φαντάρο, εξωσχολικό, που αν τον έβλεπες τον πούστη, θα τον σάπιζες.

Τι να σαπίσεις ρε μαλάκα που ούτε γένια δεν έχεις ακόμα, σου είπε ο Μίμης προχτές, και πλάνταξες, και άκουσες κρυφά όλο το σιντί της Αλεξίου. Γράφεις ποιήματα, αμέ, της τα δείχνεις κιόλας, ‘’-τι είναι αυτά; -Α τίποτα, κάτι στιχάκια’’. Και τα μαλλιά της μυρίζεις, και έξω από το σπίτι της περιμένεις να τη γυρίσει ο φαντάρος να δεις αν είναι καλά, και την κερνάς και τοστ στο κυλικείο. Γενικά βρε αδερφέ, πέφτεις χαμηλά, στη γή, στο υπέδαφος, γλύφεις το μάγμα, να περάσει από πάνω σου να σε πατήσει με το τακούνι που έβαλε πέρσι στην παρέλαση, καύλα ήταν, είπε ο Μίμης, και εσύ δαγκώθηκες να μην του χιμήξεις.

Σε κανα χρόνο το ξεπερνάς. Αυτό ήταν. Τέλος ιστορίας. Τη θυμάσαι μόνο όταν ψαχουλεύεις φωτογραφίες από την 5ήμερη. Είσαι αλλού, προχωράς. Ώσπου μια μέρα τη βλέπεις να περιμένει λεωφορείο στην Πατησίων, στο άλλο ρεύμα. Τρέχεις, περνάς απέναντι, παραλίγο να σε πατήσει το Α8, φωνάζεις ‘’Αννούλα’’…και γυρνάει. Πάλι μπέδρεψες κάποια άγνωστη με την Αννούλα σου.

Tuesday, 11 September 2012

Σειλορμουν

Σε άκυρο θέμα, είμαι ο μόνος που έβλεπε σεϊλορμουν ως παιδί; (να καταγραφεί στα πρακτικά ότι είμαι γένους αρσενικού λαστ ταϊμ αϊ τσεκντ). Καλά μιλάμε η τύπισσα είχε εικοσιεννιά χιλιάδες διαφορετικές εξελίξεις! Απλή σεϊλορμουν, κόσμικ σεϊλορμουν, ετερναλ σεϊλορμουν, γιορ μαμας μουν και τα σχετικά. Και είχε και εκείνη το πράγμα που χρησιμοποιούσε για να μεταμορφώνεται σε μάγισσα-poledancer που ομολογουμένως έμοιαζε με τα "παιχνίδια" που πουλάνε οι πακιστανοί στα πανηγύρια.

                                                                 Πες μου ότι δεν είναι ΙΔΙΑ!


Καλους απογόνους

Σήμερα, τιμώντας τις ρίζες και την παράδοση θέλω να θίξω το θέμα του ελληνικού γάμου, εννοείται του θρησκευτικού. Και, ναι, θα μοιάζει στα σημεία με την ταινία της Βαρντάλος αλλά λυπάμαι, τα στερεότυπα έχουν λόγο που υπάρχουν. Ας τα βγάλω από μέσα μου λοιπόν. Σκάει μια μέρα προσκλητήριο ότι παντρεύεται η ξαδέρφη σου η Μόσχω απ’ το χωριό.

Τι κι αν έχεις να τη δεις από τα 5 σου? Θα πάς. Και θα σε ντύσει η μάνα σου, ‘’με γραβάτα φυσικά, και να πλυθείς, μη μας κάνεις ρεζίλι, θα είναι εκεί και ο Υπουργός που έφερε πίσω τον αδερφό σου απ’ τον Έβρο’’. Η εκκλησία κλασσικά μυρίζει σα σάπιο μασαντζίδικο στο Χόνγκ Κόνγκ, ο παπάς χοντρός να έχει στάξει 6 τόνους ιδρώτα πάνω στα ευαγγέλια, η μάνα της νύφης κλαίει από χαρά (επιτέλους βρέθηκε ένα καλό παιδί να τη βάλει την κουλούρα, 27 είχε πάει) και η συμπεθέρα από απόγνωση (τον τύλιξε η αμόρφωτη, τον γιόκα μου, να δούμε τι θα τον ταϊζει η παστρικιά). Ευχάριστο διάλειμμα το τουρνουά ‘’πόσα σπυριά ρύζι θα σταθούν στα μαλλιά της μπροστινής θειάς’’ που βρωμοκοπάνε λακ και συνοικιακή κομμώτρια.

Πλάς, θα δεις οποσδήποτε κάθε ανεπιθύμητο ξάδερφο, γιατρό ή δικηγόρο, για να έχει η μάνα σου έρεισμα να σε κράξει στο σπίτι για το πότε θα πάρεις εσύ πτυχίο, ‘’είδες ο Κωστάκης; 4 μεταπτυχιακά στο ΜΙΤ έκανε’’.

Ας περάσουμε όμως στο τραπέζι. Σκηνικό: ταβερνείο που σερβίρει γάτες και έχει απ’ έξω κίονες σε ρυθμό κορινθιακό και ηχηρό όνομα σε φάση ‘’ Αphrodite’s palace’’. Τρώς προπέρσινους κιοφτέδες ακούγοντας ιστορίες από τα παιδικά χρόνια των μπαρμπάδων σου. Πάλι. Πολύ θα θελες να παίξεις bayblade με τα μπάσταρδα στο διπλανό τραπέζι αλλά, ‘’όχι, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι, χαμογέλα, μας κοιτάει ο Υπουργός, πού πήγε η γραβάτα σου?’’.


Η Μόσχω κάνει ένα τουρ στον ώμου του συζύγου της για να χαιρετήσει δήθεν, ‘’καλό παιδί ο γαμπρός, αρχιτέκτονας, με σπουδές στα Παρίσια και γραφείο δικό του, δεν πειράζει που την περνάει τη Μόσχω 20 χρόνια, ο έρως χρόνια δεν κοιτά-συνοικέσιο;’’ και άλλες αμελοφιλοσοφίες, βαρέθηκα και με τσιμπάει το πουκάμισο. 

Μουσική, αρχικά ατάλαντοι κλαρινιτζήδες παίζουν Χαντζηγιάννη να χορέψει το ζεύγος, με υπόνοια δακρύων χαράς. Έπειτα νησιώτικα, για να χαρούν οι γριές και να επιδείξουν το νέο τους ταγιέρ (‘’το έβαλα και στο γάμο της Κικίτσας πέρσι αλλά δε βαριεσαι, δεν θα το θυμάται κανεις’’). 

Στο αυτοκίνητο γυρνώντας η μάνα σου θα θάψει απροκάλυπτα όλο το σόι του πατέρα σου, με βασικό πυρήνα την πεθερά της, ‘’τι βλάχα θεε μου!’’. Θα σκοτωθούν και ο πατέρας σου θα κοιμηθεί στον καναπέ, και η μάνα σου θα κλείσει την όμορφη βραδιά με μια ατάκα συμφιλίωσης τύπου, ‘’ε βέβαια, σόι σου δεν είναι η φοράδα η Μόσχω? Πού αν δεν είχε 5 στρέμματα ελιές σιγά την έπαιρνε ολόκληρος αρχιτέκτων’’.

Βίον ανθόσπαρτον, υδρογονανθρακας.

CHEAP ENTERTAINMENRT ή 1000 και ένα πράγματα που δίνουν στάλες χαράς στη μίζερη ζωή σου και ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι τα κάνεις.


‘’Αυτή η βρωμιάρα η Μαρία της γειτονιάς φταίει, Πέδρο στο ορκίζομαι στην Παναγίτσα της Γουαδελούπης, μου κλεψε το χρυσό κολιέ, που να καεί στη κόλαση η ορφανεμένη παρακατιανή!’’.

-Ζαπ!

-Όχι ρε μαλάκα, μην το αλλάζεις πάνω στη Σοράγια!

Και εκεί είναι που προδίδεται η διασκέδαση που βιώνεις. Και ντρέπεσαι να το παραδεχτείς, παρόλο που όταν αναφέρεται μια ατάκα της Μαρία λα ντε Μπάριο διψάς να απαγείλλεις απ’ έξω τη συνέχεια. Ήδη αποκαλύφθηκε μια συνήθεια κρυμμένη στα έγκατα του είναι σου. Ναι, δική σου. Είναι κοινό μυστικό ότι κάθε μεσημέρι βλέπεις βραζιλιάνικα, Κωνσταντίνου και Ελένης, έπειτα Τατιάνα και για κερασάκι, Ω! Θεοί, Ειδήσεις Σταρ και τις ταινίες που έπονται. Το αρνείσαι αλλα σ’αρέσει, νιώθεις το trash κυλάει στο αίμα σου και να σε ζεσταίνει με τη γνώριμη καφρίλα του. Τι κι αν το παίζεις εναλλακτικός? Πάντα μετά τη δουλειά θα συμπάσχεις νοερά με την κατατρεγμένη Φλορισιέντα , θα απολαμβάνεις το χιλιοπαιγμένο ‘’Μωρό της Ρόσμαρι΄΄-Κατακουζήνα version και θα κλαίς με το ‘’Μια βραδία στο Νόττινγκ Χίλλ’’, γρήγορα και μουλωχτά, σαν σωστός άντρας.

Aaaaand it’s Friday night. Παρόλο που όπως σωστά τόνισε επανειλλημένα και η Ρεβέκα πρέπει να βγείς, δεν έχεις λεφτά για τέτοιες πολυτέλειες. Ανοίγεις το πισί σου, μια φτηνή μπύρα (ίσως ΑΜΣΤΕΛ-που και γι αυτή ντρέπεσαι και περιπεκτικά την αποκαλείς μπροστά σε άλλους ως μπύρα του οικοδόμου..anyway) και βάζεις τραγουδάκια. Ξεκινάς με Αerosmith γιατί είσαι ως γνωστόν παιδί της κουλτούρας και δειλά δειλά σέρνεις τον κέρσορα…’’ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ ΘΑ ΠΑΨΩ ΝΑ ΚΑΠΝΙΖΩ’’ ωρύεται ο αοιδός. Ταυτίζεσαι, δυναμώνεις, αρχίζεις να χορεύεις μόνος, και το να ουρλιάξεις το ρεφρέν είναι η δική σου στιγμή, κανείς δεν μπορεί να στην πάρει, είστε εσύ και ο Κιάμος σε HD. Φυσικά με το που βρείς καμιά δραχμή, η Δαπίτικη παρέα σου σε σέρνουν στα μπουζούκια, παρά τα ‘’δε θελω ρε, ειμαι παιδι της ροκ ρε, δεν είμαι ελληνάρας ρε’’. Αλλά όταν ο ντιντζέης παίζει Φουρέιρα, διάολε, θα ρίξεις το τσιφτετέλι σου αφήνοντας άφωνους τους άλλους με το πόσο άπταιστα γνωρίζεις να τραγουδάς και να χορεύεις το ‘Ρεγκετόν’, σαν αληθινό 12χρονο.

Κάπως έτσι περνάει όλος σου ο χειμώνας, μέχρι τον πολυπόθητο Αύγουστο, οπότε και θα επιδοθείς σε ξέφρενες διακοπές στο κατσικοχώρι σου (ενώ ο περίγυρος σου θα οργώνει τη Μύκονο). Τέλος πάντων, ας όψεται η αφραγκία. Ούτε φέτος έχεις τι να κάνεις, τα μπιτσόμπαρα παρακμάζουν, η μπιρίμπα με τον παππού σου δεν είναι πια διασκεδαστική και εννοείται τερμάτισες όλα τα παιχνίδια που κουβάλησες μαζί με το x-box. Θα ενδώσεις, δεν μπορεί. Το περίπτερο τα πουλάει μόνο 2 ευρώ, περιοδικά τύπου ΤΣΑΟ, ΧΑΛΛΟΟΥ και κακογραμμένα άρλεκιν (κάτι σαν 50 shades of gray με εξευγενισμένο και πολυσέλιδο σεξ, που δεν είναι ποτέ σεξ, αλλα ‘’έρωτας’’). Έτσι, για να έχεις και fap material αφού το ιντερνετ δεν πέρασε ποτέ από το σπίτι της γιαγιάς σου και οι ντόπιες δεν βλέπονται. Τα διαβάζεις στην παραλία, εννοείται καλύπτεις κάπως το εξώφυλλο για να μη γίνεις εντελώς ρόμπα και ρουφάς με εκπληκτική ταχύτητα τις σελίδες, σαν τον σπιτικό φραπέ σου.

Εξυπακούεται ότι όταν σε ρωτήσουν οι ιντελεκτουέλ χιπστεροφίλοι σου τι διάβασες το καλοκαίρι, μην απαντήσεις ότι ξεψάχνισες τα άπαντα του Σαραμάγκου, γιατί σε κανένα έργο του δεν θα υπάρχει το καυτο πάθος που ανεβαίνει στα μινίγγια της Λουτσίας, ούτε ο αρετουσάριστος κώλος της γνωστής παρουσιάστριας πρωινάδικου…

Υδρογονάνθρακας.

Cheap Entertainment & Τα σχετικά.

   Πήγα λοιπον σε ένα γκαδερινγκ τις προάλες ( του στυλ ποτό, φαϊ, πι-σι) και με τα σχετικά καταλήξαμε στην κλασική βραδιά-ευρωόραση με χορευτικά Σερτάμπ και Ρουσλάνα. Κάπου μεταξύ χεντ-μπανγκ και καναπεδίλας κάνω παραγκελιά το αγαπημένο μου. Νίκι Μινάζ, α$$ (το ντολαρ σαϊν απαραίτητο). Ξεκινάει το μπιτάκι και μπαίνω σε ασπρίλα μόουντ χορός (αυτό που κάνεις με το κεφάλι και φέρνεις λίγο σε περιστέρι) και από πρώτο στίχο ξεκινάω το "ραπάρισμα", απαγγέλοντας τους στίχους του δε λετερ. Και εδώ είναι το ποϊντ μου. Ακούω Μινάζ και όχι απλά γουστάρω, λιώνω!

    Και θα μου πεις εσύ ο ψαγμένος μουσικόφιλος: "Καλά ρε πούστη, ένα ογδόντα παλικάρι και ακούς αυτό το έκτρωμα; Αυτή τη μαλάκω; Ρε μήπως βουτάς το χωνί στο μέλι; Μήπως καρφώνεις την όπισθεν; Ξέρω γω χαστουκίζεις το δελφίνι;" (γιατί εννοείται πως η μουσική που ακούς καθορίζει την αντρίλα σου #insertsarcastictone)

    Και ισχύει μέχρι ένα σημείο πως τα "τραγούδια" της Νικούλας είναι γαμησέ τα. Άσμα και αξία ο πλέον θεόπνευστος στίχος "Wobbledy wobble, wo-wo-wobble, wobbin/Ass so fat, all these bitches pussies is throbbin" ενώ η μουσική και το μπεϊσ-λαϊν μου θυμίζει μια φορά που κωλοχαιρόμουνα στο fruity-loops. Αλλά παρόλη την ντεκαντανς της μουσικής, τρελαίνομαι για την Μινάζ (γνωστή και ως Ρόμαν). Όπως τρελένομαι και για Οικονομόπουλο, Πιτσι Πιτσι Πιτς τα πρωινά στο σταρ (ω ναι, τόσο χαμηλά), ταινίες του στυλ "Στεπ-Απ 3D", γατες και αιμοβόρες αράχνες στον συσσωλήνα (youtube για τους αγγλομαθείς), Σπύροσούληάλλαξετο, και τον αυνανισμό πάνω στην βαρεμάρα.


    Κοινός παρονομαστής των παραπάνω, το τσιπιλίκι του εντερτεϊνμεντ. Πολλές φορές μου καβλώνει να σαπίσω στην σαπίλα της σημερινής κοινωνίας και σε ότι παρακμιακό βγάζουν τα μέσα. Όποιος λέει ότι δεν το κάνει είναι λαϊαρ και όπως λέει και η φίλη Μαρία Σκαφίδα είναι ψεύτης, υποκριτής, μαζοχιστής, αντιπρόσωπος και υποκριτής! Όλοι γουστάρουμε μια φορά στο τόσο να ρίχνουμε το επίπεδο. Όπως αποφασίζεις μία κυριακή βράδυ να φας πιτόγυρο από το λιγδάδικο της γωνίας (btw οι γάτες και τα αδέσποτα που ξαφανιστήκανε ρε παιδιά;), ενώ στο ψυγείο έχεις γιουβαρλάκια αυγολέμονο, έτσι και γω αποφασίζω καμιά φορά να αλλάξω το πλεϊ-λιστ από Queen, Αλκίνοο και Bar9 σε Μινάζ, Καρλυ Ρεϊ Τζεπσεν και εκείνο το γαμάτο μωράκι που γελάει όποτε του κάνουν Μπλονγκ.


    Τι να κάνουμε έτσι είμαι γω, τσίπης-βλάχος που αγαπάει την καπιταλιστική παραγωγή για τις μάζες. Εσύ που ακούς μόνο Τσιλντρεν Οφ Μποντομ ή βλέπεις μόνο ταινείες Γουντι Άλεν, καλά είσαι με αντικομφορμιστική μόστρα, αλλά όταν θα είμαστε στο χι κλαμπίδι ή σπιτόπαρτο, εγώ θα χορεύω και θα γουστάρω, ενώ εσύ θα κάθεσαι στην γωνίτσα γυρίζοντας τα μάτια. Κλαπαρχίδα, ε κλαπαρχίδα! 


Νεόραιβος :)